Σελίδες

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Ενός καφέ, μύρια έπονται


Κι εδώ είμαι, καθισμένος μπροστά από ένα άδειο έγγραφο Word να ψάχνω τις λέξεις, μια μια, μπας και μπορέσω να πω μερικά πράγματα που θέλω για το ρατσισμό. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τη σοβαροφάνεια, « its not mything”» που λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι. Αλλά το θέμα είναι πολύ σοβαρό για κάνεις πλάκα μαζί του. 


Θέλοντας να ξεφύγω από αυτό το αδιέξοδο, αποφάσισα να σας πω μια ιστορία απειροελάχιστου ρατσισμού που ένιωσα στο πετσί μου πριν από μερικούς μήνες, χωρίς να μπω σε «μηνύματα» ή «διδαχές», και θα μου επιτρέψετε επειδή είναι προσωπική μου εμπειρία να τη διηγηθώ όπως μου βγει. 

Όλα ξεκίνησαν λοιπόν όταν αποφάσισα να επισκεφτώ την ξενιτεμένη αδερφή μου που σπουδάζει στη Γαλλία. Σε ένα υπεργραφικότατο χωριό, ονόματι Angers.

 Θα προσπεράσω στα γρήγορα το γεγονός ότι κανείς δε μιλούσε ή εν πάση περιπτώσει αρνιόταν κατηγορηματικά να μιλήσει αγγλικά, ακόμα και στο διεθνές αεροδρόμιο Σαρλ Ντε Γκωλ, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω αποφύγετε με κάθε τρόπο για μελλοντικά σας ταξίδια, καθώς πρόκειται στην ουσία για λαβύρινθο όπου παρακαλάς να σου εμφανιστεί καμιά Αριάδνη μπας και βρεις το δρόμο σου. 

Τι έλεγα; Α ναι, η Angers… Υπέροχο χωριό – εντάξει, πόλη στην ουσία, αλλά τόσο μικρή όσο ένα χωριό. Με τις εκκλησιές του, το ποτάμι του, τα ποδήλατα του, τα μπιστρώ του και τα γκόθικ κτήρια του. Ό,τι πρέπει για διαλογισμό και ηρεμία. 

Ηρεμία; Χμ… Πρέπει να είμαι ο μοναδικός επισκέπτης στην ιστορία αυτού του μέρους που έφυγα με τα νεύρα κρόσσια. 

Τη δεύτερη ημέρα κατά τα γραφάς και επειδή η αδερφή μου ήταν εκεί για σπουδές και όχι για τουρισμό, περπατήσαμε μαζί μέχρι τη σχολή της και μετά κατευθύνθηκα προς το ποτάμι, για να πιω έναν καφέ σε ένα από τα παράκτια μαγαζιά. Παρήγγειλα έναν καφέ , για πρώτη φορά στα 29 χρόνια που ζώ σκέτο,  διότι πώς να πεις «τρεις κουταλιές ζάχαρη» σε έναν τύπο που σε κοιτά και βλαστημά την ώρα και τη στιγμή που αυτός δουλεύει σερβιτόρος και  εσύ δεν έχεις γεννηθεί Γάλλος; 

Όλα κυλούσαν  όπως τα ονειρευόμουν. Χάζευα το ποτάμι, τα παιδάκια που είχαν βγει για σχολική εκδρομή και περνούσαν τη γέφυρα για άγνωστο προορισμό, τους ποδηλάτες με τα ψώνια στο τιμόνι και τους υπόλοιπους θαμώνες της καφετέριας που έπιναν μονορούφι τα εσπρεσάκια και σηκώνονταν σε δευτερόλεπτα για να πάνε στις δουλειές τους. 

Επειδή πέρασε τουλάχιστον μία ώρα, αισθάνθηκα  κι εγώ λίγο «ελληνάρας» που κάθομαι τόση πολλή ώρα για καφέ και είπα να μιμηθώ τους ντόπιους. Σηκώθηκα εν ριπή οφθαλμού και πήγα μέσα στο ταμείο να πληρώσω. 

Κάνοντας νόηματα στη γιαγιά του ταμείου, δείχνοντας της παράλληλα τον παρατημένο καφέ και το πορτοφόλι μου, εκείνη γέλασε με συμπάθεια. Τότε με ρώτησε σε άπταιστα αγγλικά: «Where are you from, my dear?». 

«Greece» της λέω και το χαμόγελο της πάγωσε. Οι υπόλοιποι θαμώνες με κοίταξαν από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Και τότε ήταν που η γιαγιά ξέσπασε σε γέλια, μόνο που αυτή τη φορά, το νευρικό της γέλιο μου φάνηκε τόσο ειρωνικό. 

Είπα από μέσα μου ότι μάλλον είναι η ιδέα μου, αλλά μόλις γύρισε στους υπόλοιπους θαμώνες και είπε κάτι στα Γαλλικά,  οι υπόλοιποι γέλασαν και ο σερβιτόρος που έβλεπε από μακριά το όλο σκηνικό, είπε να πάρει την εκδίκηση του που του είχα βγάλει την πίστη προηγουμένως  για έναν καφέ. 

«Και έχεις να μας πληρώσεις;», κάγχασε και ένας κουστουμάτος κύριος σιγοντάρησε: «Αφού εμείς του τα έχουμε δώσει!». 

Ευτυχώς, πριν προλάβουν να μου δώσουν χρόνο να απαντήσω, πετάχτηκε μια κυρία που καθόταν από πίσω μου και με ρώτησε με καθαρά φιλεύσπλαχνο ύφος: «Ήρθες εδώ να βρεις μια δουλειά;». 

Η γιαγιά στο ταμείο συνέχιζε να γελάει, με τον κουστουμάτο να της λέει διάφορα στα Γαλλικά και εγώ ήθελα απλώς να σηκωθώ να φύγω. 

Η αλήθεια είναι ότι τα είχα χάσει. Πρώτον γιατί μου ήρθε λίγο ξαφνικό και δεύτερον γιατί ήμουν ένας ξένος απέναντι σε καμιά δεκαριά ντόπιους. Προς στιγμή μου ήρθε να τα σπάσω όλα, αλλά για να είμαι ειλικρινής μου είχαν κοπεί τα πόδια

Άφησα αμίλητος δύο ευρώ (1.60 είχε ο καφές) και έφυγα σχεδόν τρέχοντας. 

Οι υπόλοιπες τρεις ημέρες στην Angers κύλησαν ανώδυνα, όμως στο πίσω μέρος του μυαλού μου γυρνούσα πάντα σε εκείνο το γεγονός. 

Και αν με ρωτάτε, όχι, δεν μου έθιξαν μόνο την καταγωγή μου. Δεν ήταν μόνο  αυτό που με έκανε να θυμώσω, ήταν ότι δεν σεβάστηκαν έναν ξένο άνθρωπο, όποιος και αν ήταν αυτός. Που στην τελική πήγα ως τουρίστας. Φανταστείτε να είχα βρεθεί εκεί για «να βρω μια δουλειά». 

Τότε δεν ξέρω πώς θα είχαν αντιδράσει. 

Και δεν ξέρω πώς θα είχα αντιδράσει κι εγώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου